[7]
Δ' ΠΡΑΞΗ
ΓΙΑΣΣΑ:
‘Ηρθαν οι χωριάτες να τους αποχαιρετήσουν. Κατά τη γνώμη μου, Ερμολάι Αλεξέιτς, ο λαός είναι καλόκαρδος, μα πολύ λίγα πράματα καταλαβαίνει. (μπαίνουν ο Γκάγεφ και η Λιούμπα)ΓΚΑΓΕΦ: Τους έδωσες όλο το πορτοφόλι σου, Λιούμπα. Δεν κάνεις καλά! Δεν κάνεις καλά!
ΛΙΟΥΜΠΑ: Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, δεν μπορούσα!
ΛΟΠΑΧΙΝ: Ορίστε, παρακαλώ! ‘Ενα ποτηράκι για τον αποχαιρετισμό. Δεν το σκέφτηκα ν' αγοράσω απ' την πόλη και στο σταθμό βρήκα μονάχα ένα μπουκάλι. Ορίστε! Μα τί; Δε θέλετε; Κρίμα! Αν τόξερα δε θα τ' αγόραζα. Ούτε κ' εγώ θα πιω λοιπόν. Πιές εσύ τουλάχιστο, Γιάσσα.
ΓΙΑΣΣΑ: Λοιπόν, καλή τύχη σ' αυτούς που φεύγουνε και καλή τύχη σ' αυτούς που μένουνε! Χμ! Αυτή η σαμπάνια δεν είναι γνήσια, αυτό είναι σίγουρο.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Οκτώ ρούβλια η μπουκάλα. Κάνει διαβολεμένο κρύο εδώ μέσα.
ΓΙΑΣΣΑ: Δεν ανάψαμε σόμπα σήμερα. ‘Ετσι κι αλλιώς φεύγουμε. (γελάει)
ΛΟΠΑΧΙΝ: Τί γελάς;
ΓΙΑΣΣΑ: Απ' τη χαρά μου.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Είναι κιόλας Οχτώβρης κι όμως δες, έχει λιακάδα: σωστό καλοκαιράκι. Μπορούμε να βάλουμε μπρος τα γιαπιά. ‘Εχετε υπ' όψη σας, κυρίες και κύριοι, πως το τραίνο φεύγει σε 46 λεπτά! Που θα πει πως σε 20 λεπτά θα πρέπει να ξεκινήσετε για το σταθμό. Βιαστείτε.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Νομίζω πως είναι καιρός να ξεκινάμε. Τ' αμάξι περιμένει. Μα πού διάολο είναι οι γαλότσες μου; Λες και τις κατάπιε η γης. ‘Ανια, δεν είναι πουθενά οι γαλότσες μου! Δεν τις βρίσκω!
ΛΟΠΑΧΙΝ: Κ' εγώ πρέπει να πάω στο Χάρκοβο. Θα φύγω μαζί σας με το ίδιο τραίνο. Στο Χάρκοβο θα ξεχειμωνιάσω. ‘Εχασα πολύ καιρό μαζί σας, χασομέρησα... εγώ δεν μπορώ να κάνω χωρίς δουλειά. Δεν μπορώ να κάθομαι έτσι, δεν ξέρω τί να κάνω με τα χέρια μου. Κρέμονται κάπως παράξενα, σα να μην είναι δικά μου.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Εμείς τώρα θα φύγουμε και σεις θα ξαναρχίσετε τις δουλειές σας, τα κέρδη, το κοινωφελές έργο σας.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Πιες κάνα ποτηράκι.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: ‘Οχι, ευχαριστώ.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Ώστε θα πας στη Μόσχα, ε;
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Ναι, θα τους συνοδέψω ως την πόλη κι αύριο θα πάρω το τραίνο για τη Μόσχα.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Μάλιστα... Σίγουρα οι καθηγητές θάχουν σταματήσει τα μαθήματα... εσένα περιμένουν!
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Πόσα χρόνια είσαι στο πανεπιστήμιο;
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Σκέψου κάτι καινούργιο. Αυτό πάλιωσε πια. Απ' ό,τι φαίνεται δε θα ξαναϊδωθούμε, επίτρεψέ μου λοιπόν να σου δώσω μια συμβουλή: Μην κάνεις τόσο μεγάλες χειρονομίες! Παράτα αυτή τη συνήθεια και συμμάζεψε τα χέρια σου. Και κάτι ακόμα: το να χτίζεις εξοχικά σπίτια, το να υπολογίζεις πως ο κάθε παραθεριστής θα φτιάξει με τον καιρό το δικό του νοικοκυριό είναι κι αυτό μεγάλη χειρονομία... Παρ' όλ' αυτά, εγώ σ' αγαπώ. ‘Εχεις λεπτά και απαλά δάχτυλα, λες κ' είσαι καλλιτέχνης, έχεις ευγενικιά ψυχή...
ΛΟΠΑΧΙΝ: Αντίο φίλε μου. Σ' ευχαριστώ για όλα. Αν θέλεις μπορώ να σου δώσω λεφτά για το ταξίδι.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Τί να τα κάνω; Δε μου χρειάζονται.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Μ' αφού δεν έχεις!

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: ‘Εχω. Σ' ευχαριστώ. Πληρώθηκα για μια μετάφραση. Εδώ τάχω, στην τσέπη μου. Μόνο τις γαλότσες μου δεν έχω.
ΒΑΡΙΑ: (απ' τ' άλλο δωμάτιο) Πάρτε τις βρωμογαλότσες σας!
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Γιατί θυμώνεις Βάρια; Χμ... Μα αυτές δεν είναι δικές μου!
ΛΟΠΑΧΙΝ: Την άνοιξη έσπειρα χίλια στρέματα σουσάμι και κέρδισα σαράντα χιλιάδες καθαρές. Κι όταν άνθιζε ήταν σωστό πανόραμα! Σαράντα χιλιάδες κέρδισα σου λέω, που θα πει πως σου προτείνω δανεικά γιατί έχω. Γιατί μου κάνεις τον ακατάδεχτο; Εγώ είμαι μουζίκος... δε χρειάζονται λοιπόν τσιριμόνιες.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Ο πατέρας σου ήταν μουζίκος, ο δικός μου φαρμακοποιός... όμως αυτό δεν έχει καμιά σημασία. ‘Ασε, άσε... και διακόσες χιλιάδες να μου δώσεις δεν τις παίρνω. Εγώ είμαι ελεύθερος άνθρωπος. ‘Ολα εκείνα που εσείς, πλούσιοι και φτωχοί, εχτιμάτε τόσο πολύ και τρέμετε μην τα χάσετε, δεν έχουν πάνω μου καμιά επιρροή. Τα βλέπω σαν το πούπουλο που το παίρνει και το στροβιλίζει ο αέρας. Δεν σας έχω ανάγκη. Μπορώ να περάσω και να μη σας προσέξω. Είμαι δυνατός και περήφανος. Η ανθρωπότητα προχωράει προς μιαν ανώτερη αλήθεια, προς μιαν ανώτερη ευτυχία, την ανώτερη που μπορεί να υπάρξει σε τούτη τη γη, κ' εγώ είμαι στις πρώτες γραμμές.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Και θα φτάσεις;
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Θα φτάσω. Θα φτάσω ή τουλάχιστο θα δείξω στους άλλους το δρόμο για να φτάσουν.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Γεια χαρά λοιπόν, φίλε μου. Καιρός να πηγαίνουμε. Κάνουμε τον ακατάδεχτο μπροστά στους άλλους, μα η ζωή όλο και κυλάει. ‘Οταν δουλεύω πολλές ώρες, ακούραστα, οι σκέψεις μου είναι πιο ανάλαφρες, κ' έχω την εντύπωση πως ξέρω γιατί υπάρχω, γιατί ζω. Κι όμως πόσοι άνθρωποι βρίσκονται στη Ρωσία χωρίς να ξέρουν για ποιο λόγο ζουν. Δε βαριέσαι, η ουσία της υπόθεσης δεν είναι αυτή. Λένε πως ο Λεονίντ Αντρέιτς βρήκε δουλειά στην Τράπεζα, με έξι χιλιάδες το χρόνο... μόνο που δε θα μείνει... Είναι πολύ τεμπέλης...
ΑΝΙΑ: Η μαμά σάς παρακαλεί να μην κόβουνε τα δέντρα του κήπου όσο είναι ακόμα εδώ.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Δίκιο έχει. Χρειάζεται και λίγο σεβασμός... (φεύγει)
ΛΟΠΑΧΙΝ: Αμέσως, αμέσως... Α τους ηλίθιους! (φεύγει)
ΑΝΙΑ: Τον στείλανε τον Φιρς στο νοσοκομείο;
ΓΙΑΣΣΑ: Εγώ το είπα απ' το πρωί. Θα τον στείλανε.
ΑΝΙΑ: (στον Επιχόντωφ που περνάει) Σεμιόν Παντελέιτς, ρωτήστε σας παρακαλώ αν στείλανε τον Φιρς στο νοσοκομείο.
ΓΙΑΣΣΑ: Το πρωί το είπα στον Εγκόρ. Ποιος ο λόγος να ξαναρωτάμε!
ΕΠΙΧΟΝΤΩΦ: Κατά την τελική μου γνώμη, ο υπέργηρος Φιρς δεν επιδιορθώνεται πια. Πρέπει να πάει να συναντήσει τους προγόνους του. Τον ζηλεύω, μα την αλήθεια. (βάζει μια βαλίτσα πάνω σε μια καπελιέρα και τη σπάει) Φυσικά. Τόξερα εγώ πως κάτι θα μου συμβεί.
ΓΙΑΣΣΑ: Τα τρία κακά της μοίρας του...
ΒΑΡΙΑ: Τον πήγανε τον Φιρς στο νοσοκομείο;
ΑΝΙΑ: Τον πήγανε.
ΒΑΡΙΑ: Και γιατί δεν πήραν το γράμμα για το γιατρό;
ΑΝΙΑ: Πρέπει να το στείλουμε τώρ' αμέσως... (φεύγει)
ΒΑΡΙΑ: Πού είναι ο Γιάσσα; Πέστε του πως ήρθε η μητέρα του, θέλει να τον αποχαιρετήσει.
ΓΙΑΣΣΑ: Με παρασκότισε κι αυτή.
ΝΤΟΥΝΙΑΣΑ: Ούτε μια ματιά δε μου ρίχνετε, Γιάσσα. Φεύγετε και μ' αφήνετε μόνη... (κλαίει)
ΓΙΑΣΣΑ: Σε τί ωφελούν τα δάκρυα; Σ' έξι μέρες θάμαι πάλι στο Παρίσι. Αύριο θα μας πάρει η ταχεία, και ποιος μας είδε ποιος μας απάντησε. Σαν απίστευτο μου φαίνεται. Βιβ λα Φρανς! Εδώ δεν είναι για μένα, δεν μπορώ να ζήσω, πώς να το κάνουμε. Χόρτασα πια από προστυχιά... μου φτάνει. Τί ωφελούν τα δάκρυα; ‘Ενα καθώς πρέπει κορίτσι δεν κλαίει.
ΝΤΟΥΝΙΑΣΑ: Να μου γράψετε απ' το Παρίσι. Εγώ σας αγάπησα, Γιάσσα, σας αγάπησα τόσο πολύ! Είμαι λεπτή ύπαρξη εγώ, Γιάσσα!
ΓΙΑΣΣΑ: ‘Ερχονται.
ΓΚΑΓΕΦ: Πρέπει να πηγαίνουμε. Η ώρα κοντεύει. Ποιος βρωμάει ρέγγα δω μέσα;
ΛΙΟΥΜΠΑ: Σε δέκα λεπτά λέω να μπούμε στ' αμάξι... ‘Εχε γειά, αγαπημένο μου σπίτι, γέρικο σπίτι μου. Θα περάσει ο χειμώνας, θάρθει η άνοιξη και συ δε θα υπάρχεις πια, θα σ' έχουνε γκρεμίσει. Και τί δεν είδαν αυτοί οι τοίχοι! (φιλάει την ‘Ανια) Θησαυρέ μου, εσύ λάμπεις ολόκληρη, τα ματάκια σου αστράφτουν σαν διαμάντια. Είσ' ευχαριστημένη; Πολύ;
ΑΝΙΑ: Πολύ! Αρχίζει μια καινούργια ζωή, μαμά!
ΓΚΑΓΕΦ: Στ' αλήθεια, τώρα όλα μου φαίνονται ωραία. Πριν πουληθεί ο βυσσινόκηπος, όλοι μας ανησυχούσαμε, υποφέραμε... μα όταν δόθηκε η τελειωτική λύση, η αναπότρεπτη λύση, όλοι γαληνέψαμε, γίναμε χαρούμενοι μάλιστα. Εγώ είμαι τώρα τραπεζικός υπάλληλος, είμαι τώρα οικονομολόγος... Την κίτρινη μπίλια στη μέση! Και συ, Λιούμπα, ύστερα απ' όλ' αυτά φαίνεσαι καλύτερα, λόγω τιμής.
ΛΙΟΥΜΠΑ: Ναι. Τα νεύρα μου ησυχάσανε, αυτό είν' αλήθεια. Κοιμάμαι καλά. Πηγαίντε τα πράματά μου στ' αμάξι, Γιάσσα. Είναι ώρα. Γρήγορα θα ξαναϊδωθούμε κορούλα μου... Πάω στο Παρίσι και θα ζήσω εκεί με τα λεφτά που έστειλε η γιαγιά απ' το Γιαροσλάβ για να αγοράσουμε το χτήμα... και τα λεφτά αυτά γρήγορα θα ξοδευτούν.
ΑΝΙΑ: Θα γυρίσεις γρήγορα, μαμά, πολύ γρήγορα... δεν είν' έτσι; Εγώ θα μελετήσω, θα πετύχω στις εξετάσεις του γυμνάσιου κ' ύστερα θα δουλεύω για να σε βοηθάω. Θα διαβάζουμε μαζί διάφορα βιβλία... Θα διαβάζουμε μαζί τα φθινοπωρινά δειλινά, θα διαβάσουμε χιλιάδες βιβλία και θ' ανοιχτεί μπροστά μας ένας καινούργιος, υπέροχος κόσμος... Νάρθεις γρήγορα, μαμά...
ΛΙΟΥΜΠΑ: Θάρθω, χρυσό μου.
(Μπαίνει ο Λοπάχιν, η Σαρλόττα τραγουδάει)
ΓΚΑΓΕΦ: Ευτυχισμένη Σαρλόττα. Τραγουδάει!

This page hosted by
Get your own Free Home Page