[6]

Γ' ΠΡΑΞΗ (συνέχεια)

 

ΓΙΑΣΣΑ: Λιουμπόβ Αντρέγεβνα! Επιτρέψτε μου να σας ζητήσω μια χάρη! Αν ξαναπάτε στο Παρίσι, σας παρακαλώ πάρτε με και μένα. Εδώ μου είναι εντελώς αδύνατο να μείνω. Περιττό να σας το πω, το βλέπετε και μόνη σας: Η χώρα μας είναι απολίτιστη, ο λαός ανήθικος. Και σα να μη φτάνουν όλ' αυτά, πλήττει κανείς τρομερά, στην κουζίνα μάς ταΐζουν άθλια και δω ο Φιρς περιφέρεται και μουρμουρίζει και κανένας δεν τον καταλαβαίνει. Πάρτε με μαζί σας! Κάντε μου τη χάρη!

ΠΙΣΣΙΚ: Μου χαρίζετε... αυτό το βαλσάκι, ωραιοτάτη μου κυρία; ... Γοητευτικοτάτη μου κυρία, θάθελα από σας 180 ρουβλάκια... Θα μου τα δώσετε... 180 ρουβλάκια...

ΓΙΑΣΣΑ: “Θα νιώσεις άραγε ποτέ τη θλίψη της ψυχής μου...”

(φωνές από τη σάλα: Μπράβο, Σαρλόττα Ιβάνοβνα)

ΝΤΟΥΝΙΑΣΑ: Η δεσποινίδα με διάταξε να χορέψω γιατί οι ντάμες είναι λίγες κ' οι καβαλιέροι πολλοί, μα εμένα ο χορός με ζαλίζει, η καρδιά μου πάει να σπάσει... και τώρα μόλις, Φιρς Νικολάγεβιτς, ο υπάλληλος του ταχυδρομείου μούπε κάτι που μου κόπηκε η ανάσα.

ΦΙΡΣ: Τί σου είπε;

ΝΤΟΥΝΙΑΣΑ: Είσαστε, μου λέει, σωστό λουλούδι.

ΓΙΑΣΣΑ: Μεγάλη του χωριατιά... (φεύγει)

ΝΤΟΥΝΙΑΣΑ: Σωστό λουλούδι... Είμαι τόσο ευαίσθητη κοπέλλα και μ' αρέσουν τόσο πολύ τα τρυφερά λόγια.

ΦΙΡΣ: Θα μπερδευτείς.

(μπαίνει ο Επιχόντωφ)

ΕΠΙΧΟΝΤΩΦ: Ούτε να με δείτε δε θέλετε, Αβντότια Φεντόροβνα... λες κ' είμαι κανένα ζωύφιο. Αχ! η ζωή!

ΝΤΟΥΝΙΑΣΑ: Μα τί θέλετε;

ΕΠΙΧΟΝΤΩΦ: Φυσικά, μπορεί νάχετε δίκιο. Αλλά βέβαια... αν το κοιτάξει κανείς το πράμα απ' αυτή τη σκοπιά... Τότε θα δει πως εσείς Δ επιτρέψτε μου να εκφραστώ έτσι... και συγνώμη για την ειλικρίνεια Δ με φέρατε πια σε κατάσταση παροξυσμού. Την ξέρω γω την τύχη μου... κάθε μέρα κάτι θα μου συμβεί, και τόχω πια συνηθίσει έτσι που κοιτάω τη μοίρα μου χαμογελώντας. Μου δώσατε το λόγο σας, αν κ' εγώ...

ΝΤΟΥΝΙΑΣΑ: Σας παρακαλώ να μ' αφήσετε ήσυχη. Θα τα πούμε αργότερα. Τώρα ονειρεύουμαι.

ΕΠΙΧΟΝΤΩΦ: Κάθε μέρα μου τυχαίνει και μια αναποδιά μα εγώ ... παίρνω μόνος μου την άδεια να εκφραστώ έτσι ... πάντοτε χαμογελάω. Σχεδόν γελώ.

ΒΑΡΙΑ: Δεν έφυγες ακόμα, Σεμιόν; Δεν έχεις καθόλου σέβας πάνω σου. Φύγ' από δω, Ντουνιάσα. Πρώτα παίζεις μπιλιάρδο και σπας τη στέκα και τώρα μου τριγυρνάς στο σαλόνι σα μουσαφίρης.

ΕΠΙΧΟΝΤΩΦ: Εσείς, επιτρέψτε μου να εκφραστώ έτσι, δεν έχετε κανένα δικαίωμα να τα βάζετε μαζί μου.

ΒΑΡΙΑ: Δεν τα βάζω μαζί σου, λέω μονάχα την προκοπή σου. Το μόνο που ξέρεις είναι τα τριγυρνάς εδώ και κει και να κοπροσκυλιάζεις. Σ' έχουμε δω για λογιστή μας, όμως κανένας δεν ξέρει σε τί μας εξυπηρετείς.

ΕΠΙΧΟΝΤΩΦ: Μονάχα όσοι καταλαβαίνουν κ' είναι μεγαλύτεροί μου μπορούν να κρίνουν αν δουλεύω, ή αν περπατάω, ή αν τρώω, ή αν παίζω μπιλιάρδο.

ΒΑΡΙΑ: Τολμάς και μου το λες αυτό σ' εμένα! Τολμάς; Εγώ δηλαδή δεν καταλαβαίνω τίποτα; Ξεκουμπήσου από δω! Τώρ' αμέσως!

ΕΠΙΧΟΝΤΩΦ: Σας παρακαλώ να εκφράζεστε με πιο καθώς πρέπει τρόπο.

ΒΑΡΙΑ: Γκρεμοτσακίσου τώρ' αμέσως! ‘Εξω! Τα τρία κακά της μοίρας σου! Νε μη σε ξαναδώ στα μάτια μου! (ακούγεται η φωνή του Επιχόντωφ: “θα διαμαρτυρηθώ στην κυρία”) Α, ξανάρχεσαι, ε; (αρπάζει το μπαστούνι του Φιρς) ‘Ελα... ‘Ελα... ‘Ελα και θα σου δείξω εγώ... Α, έρχεσαι ε; ‘Ερχεσαι; Να λοιπόν... (μπαίνει ο Λοπάχιν)

ΛΟΠΑΧΙΝ: Σας ευχαριστώ, με υποχρεώνετε.

ΒΑΡΙΑ: Συγνώμη.

ΛΟΠΑΧΙΝ: Μπα, δε βαριέστε. Σας ευχαριστώ εγκαρδίως για την περιποίηση.

ΒΑΡΙΑ: Παρακαλώ, δεν αξίζει τον κόπο. Πονέσατε;

ΛΟΠΑΧΙΝ: Δεν είναι τίποτα. Μόνο που θα μου βγει ένα καρούμπαλο σαν καρύδι.

(φωνές απ' τη σάλα: ‘Ηρθε ο Λοπάχιν! Ερμολάι Αλεξέιτς! ‘Ηρθε!)

ΠΙΣΣΙΚ: Σαν πώς και τί σε καρτερούμε... Μυρίζεις κονιακάκι, ψυχούλα μου. Κ' εμείς εδώ το ρίξαμε έξω.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Εσείς είστε, Ερμολάι Αλεξέιτς; Γιατί τόσο αργά; Πού είναι ο Λεονίντ;

ΛΟΠΑΧΙΝ: Μαζί ήρθαμε. ‘Ερχεται...

ΛΙΟΥΜΠΑ: Λοιπόν; ‘Εγινε η δημοπρασία; Μα μιλήστε επιτέλους;

ΛΟΠΑΧΙΝ: Η δημοπρασία τέλειωσε κατά τις τέσσερις... Χάσαμε το τραίνο, αναγκαστήκαμε να περιμένουμε ως τις οχτώμιση. Ουφ! Είμαι λίγο ζαλισμένος... (μπαίνει ο Γκάγεφ)

ΛΙΟΥΜΠΑ: Τί έγινε Λένια; Λέγε. Για τόνομα του Θεού, μίλησε...

ΓΚΑΓΕΦ: (στον Φιρς) Πάρε αυτά εδώ... Είναι αντζούγες και ρέγγες... Σήμερα δεν έφαγα τίποτα... Πόσο υπόφερα, Θε μου! (απ' το μπιλιάρδο ακούγεται η φωνή του Γιάσσα: “Εφτά και δεκαοχτώ!”) Είμαι τρομερά κουρασμένος. Φέρε μου ν' αλλάξω, Φιρς. (πάει στο δωμάτιό του)

ΠΙΣΣΙΚ: Πώς πήγε η δημοπρασία; Πες μας λοιπόν!

ΛΙΟΥΜΠΑ: Ο βυσσινόκηπος πουλήθηκε;

ΛΟΠΑΧΙΝ: Πουλήθηκε.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Ποιος τον αγόρασε;

ΛΟΠΑΧΙΝ: Εγώ τον αγόρασα. (η Βάρια βγάζει από τη ζώνη της τα κλειδιά, τα πετάει στο πάτωμα και βγαίνει) Εγώ τον αγόρασα! Για Περιμένετε μια στιγμή, κυρίες μου και κύριοι, σας παρακαλώ, το μυαλό μου θόλωσε, δεν μπορώ να μιλήσω... (γελάει) Λοιπόν, φτάσαμε στη δημοπρασία, ο Ντεριγάνωφ ήταν κιόλας εκεί. Ο Λεονίντ Αντρέιτς είχε μονάχα δεκαπέντε χιλιάδες κι ο Ντεριγάνωφ με την πρώτη κιόλας προσφορά δίνει τριάντα πάνω απ' το χρέος. Βλέποντας έτσι εγώ, δίνω σαράντα. Σαρανταπέντε εκείνος. Πενήντα πέντε εγώ. Που θα πει, εκείνος έβαζε από πέντε, εγώ από δέκα... Κάποτε τελειώσαμε. ‘Εδωσα πάνω απ' το χρέος ενενήντα χιλιάδες και κατακυρώθηκε σε μένα. Τώρα ο βυσσινόκηπος είναι δικός μου! Δικός μου! Θεέ μου και κύριε, ο βυσσινόκηπος είναι δικός μου! Πέστε μου πως είμαι μεθυσμένος, πως έχασα το νου μου, πως ονειρεύομαι... Μη γελάτε μαζί μου! Αν μπορούσαν να σηκωθούν ο πατέρας κι ο παππούς μου απ' τους τάφους τους να βλέπαν όλ' αυτά που γίνανε, πώς ο δαρμένος Ερμολάι, ο αγράμματος Ερμολάι, που περπάταγε ξυπόλυτος το χειμώνα, πώς αυτός ο ίδιος Ερμολάι αγόρασε το πιο όμορφο κτήμα του κόσμου... Ναι, αγόρασα το κτήμα όπου ο πατέρας μου κι ο παππούς μου ήταν σκλάβοι, όπου δεν τους άφηναν ούτε στην κουζίνα να μπουν. Μήπως κοιμάμαι, μπας και με γελούν τα μάτια μου, μήπως ονειρεύομαι; ‘Ολ' αυτά είναι μεσ' στη φαντασία σου, δουλειά του μυαλού σου, του σκοτεινού κι αγράμματου... Πέταξε τα κλειδιά... θέλει να μου δείξει πως δεν είναι πια νοικοκυρά εδώ μέσα... Ε, ας είναι κ' έτσι, το ίδιο μου κάνει. Ε, μουζικάντηδες, παίξτε, θέλω να σας ακούσω! Ελάτε όλοι να δείτε τον Ερμολάι Λοπάχιν που θα βάλει τσεκούρι στο βυσσινόκηπο, που θα ρίξει όλες τις βυσσινιές! Θα χτίσουμε εξοχικά σπίτια, επαύλεις. Και τα εγγόνια μας και τα δισέγγονά μας θα χαρούν εδώ μια καινούργια ζωή... Μουσική! Γιατί, γιατί δε μ' ακούσατε: φτωχή μου, καλή μου κυρία, γιατί; Τώρα τέλειωσε, ό,τι έγινε έγινε! Ας τέλειωναν τουλάχιστο γρήγορα όλ' αυτά, να μπορέσουμε ν' αλλάξουμε τη δυστυχισμένη κι άχαρη ζωή μας.

ΠΙΣΣΙΚ: Κλαίει. Πάμε στη σάλα, ας την αφήσουμε μόνη... Πάμε...

ΛΟΠΑΧΙΝ: Μα τί συμβαίνει λοιπόν; Θέλω η μουσική να παίζει καθαρά: ‘Ολα να γίνονται όπως τα θέλω εγώ! ‘Ερχεται ο νέος αφέντης, ο ιδιοκτήτης του βυσσινόκηπου! (σκουντάει ένα τραπεζάκι) ‘Ο,τι και να σπάσω μπορώ να το πληρώσω! (Φεύγει με τον Πίσσικ και μπαίνουν η ‘Ανια και ο Τροφίμωφ)

ΑΝΙΑ: Μαμά! Μαμά, κλαις; Καλή μου, αγαπημένη μου, χρυσή μου μαμά, σ' αγαπώ... σε λατρεύω. Ο βυσσινόκηπος πουλήθηκε, δεν υπάρχει πια, αυτό είν' αλήθεια, αλήθεια, μα μην κλαις μαμά, σου μένει ακόμα μια ολόκληρη ζωή, σου μένει η καλή σου, η αγνή σου καρδιά... ‘Ελα να φύγουμε, αγαπημένη μου, έλα να φύγουμε μαζί μακριά από δω! Θα φυτέψουμε έναν καινούργιο κήπο, πιο όμορφον κι απ' αυτόν, θα το δεις, θα το καταλάβεις... Και τότε μια χαρά μια γαλήνια, βαθειά χαρά θα πλημμυρίσει την καρδιά σου, σαν τον ήλιο που πέφτει το δειλινό στη θάλασσα, και τότε θα χαμογελάσεις πάλι, μαμά! Πάμε, μανούλα μου! Πάμε!

 



This page hosted by GeoCities Get your own Free Home Page