[8]

Δ' ΠΡΑΞΗ (συνέχεια)

  

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: (παίρνει έναν μπόγο σα μωρό) Νάνι, νάνι το παιδί μου... [ουά, ουά] Σώπα καλό μου, χρυσό μου αγοράκι. [ουά, ουά] Σε λυπάμαι τόσο πολύ! (πετάει το μπόγο) Φροντίστε, σας παρακαλώ, να μου βρείτε μια θέση! Δεν μπορώ να μείνω έτσι.

ΛΟΠΑΧΙΝ: Θα σας βρούμε, Σαρλόττα Ιβάνοβνα, μην ανησυχείτε.

ΓΚΑΓΕΦ: ‘Ολοι μάς εγκαταλείπουν... η Βάρια φεύγει... δε μας χρειάζονται πια.

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: Στην πόλη δεν έχω πού να μείνω. Πρέπει να φύγω... Δε βαριέσαι...

(μπαίνει ο Πίσσικ)

ΛΟΠΑΧΙΝ: Να και το όγδοο θαύμα του κόσμου! Βρε, πού βρέθηκες εσύ;

ΠΙΣΣΙΚ: Ωχ, αφήστε με να πάρω ανάσα... έσκασα... Αξιότιμοι κύριοι... Δώστε μου νερό...

ΓΚΑΓΕΦ: Για δανεικά ήρθες; Ύπαγε οπίσω μου σατανά...

ΠΙΣΣΙΚ: ‘Εχω καιρό να σας δω... θαυμαστή μου κυρία... (στον Λοπάχιν) Εδώ είσαι; Χαίρομαι που σε βλέπω... εξυπνότατε άνθρωπε... Να, πάρε... Τετρακόσα ρούβλια... Σου χρωστάω ακόμα οχτακόσα σαράντα...

ΛΟΠΑΧΙΝ: ‘Ονειρο βλέπω; Πού τα βρήκες;

ΠΙΣΣΙΚ: Στάσου... Τί ζέστη... ‘Εγινε κάτι το απίστευτο! ‘Ηρθαν κάτι Εγγλέζοι στο χτήμα μου και βρήκαν έναν άσπρο πηλό... (στη Λιούμπα) Και για σας τετρακόσα... λατρευτή μου... υπέροχη κυρία μου... Τ' άλλα αργότερα. (πίνει νερό) Μόλις τώρα, μούλεγε ένας νεαρός στο τραίνο, πως τάχα κάποιος μεγάλος φιλόσοφος συμβουλεύει να πηδάμε απ' τα κεραμίδια... “Πήδα!” λέει, “αυτό είν' όλο”. Για φαντάσου! Νερό!

ΛΟΠΑΧΙΝ: Τί Εγγλέζοι είν' αυτοί;

ΠΙΣΣΙΚ: Τους νοίκιασα το οικόπεδο με τον πηλό για 24 χρόνια... Και τώρα με συγχωρείτε, βιάζουμαι, πρέπει να τρέξω κι αλλού... Πρέπει να πάω στου Ζνόικωφ... στου Καρνταμόνωφ... Σ' όλους χρωστάω... Γειά σας... Θα ξανάρθω την Πέμπτη...

ΛΙΟΥΜΠΑ: Εμείς τώρα φεύγουμε για την πόλη κι αύριο εγώ για το εξωτερικό...

ΠΙΣΣΙΚ: Πώς; Γιατί στην πόλη; Είδα κ' εγώ τα έπιπλα... τις βαλίτσες... Ε, δεν πειράζει... Δεν πειράζει... εξυπνότατοι άνθρωποι... αυτοί οι Εγγλέζοι... Δεν πειράζει... Καλή τύχη... Ο Θεός μαζί σας... Δεν πειράζει... ‘Ολα στον κόσμο έχουν ένα τέλος... Και αν ακούσετε καμιά φορά πως ήρθε και το δικό μου τέλος, θυμηθείτε τότε αυτό εδώ το... άλογο και πέστε: “έζησε κάποτε κάποιος που ήταν έτσι κι αλλιώς... ο Σιμεόνωφ-Πίσσικ... Θεός σχωρέστονε...” Εξαίσιος καιρός... Ναι... ‘Εχετε χαιρετίσματα από τη Ντάσσενγκα.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Τώρα μπορούμε να πηγαίνουμε. Φεύγω, μα με ανησυχούν δυο πράματα. Πρώτον, ο άρρωστος Φιρς. Μπορούμε να μείνουμε ακόμα πέντε λεπτά...

ΑΝΙΑ: Τον Φιρς, μαμά, τον στείλανε στο νοσοκομείο. Τον έστειλε ο Γιάσσα το πρωί.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Ο δεύτερος καϋμός μου είναι η Βάρια. Συνήθισε να σηκώνεται νωρίς το πρωί και να δουλεύει, και τώρα δίχως δουλειά είναι σαν ψάρι στη στεριά. Αδυνάτισε, χλώμιασε κι όλο κλαίει η καϋμένη. Αυτό το ξέρετε πολύ καλά, Ερμολάι Αλεξέιτς. Τ' όνειρό μου ήταν... να την πάρετε γυναίκα σας... μα κι όλα τόδειχναν πως θα παντρευτείτε. (ψιθυρίζει κάτι στην ‘Ανια, αυτή κάνει νόημα στη Σαρλόττα και βγαίνουν) Σας αγαπάει, και σας σας αρέσει. Δεν καταλαβαίνω γιατί αποφεύγει ο ένας τον άλλο.

ΛΟΠΑΧΙΝ: Για να πω την αλήθεια, ούτε κ' εγώ το καταλαβαίνω. ‘Ολα είναι κάπως παράξενα... Αν προφταίνουμε ακόμα... εγώ και τώρα είμαι έτοιμος... Να τελειώνουμε μια και καλή, γιατί χωρίς εσάς, το νιώθω πως δεν μπορώ να της κάνω την πρόταση.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Ωραία. Δεν χρειάζεται πολύς καιρός. Τώρα θα τη φωνάξω...

ΛΟΠΑΧΙΝ: Ναι, καλά πούχουμε και τη σαμπάνια... ‘Αδεια είναι, κάποιος την ήπιε κιόλας. Αυτό το λένε αναίδεια...

ΛΙΟΥΜΠΑ: Λοιπόν, ωραία. Εμείς βγαίνουμε, Γιάσσα, allez! Θα τη φωνάξω... Βάρια, παράτησέ τα όλα κ' έλα. ‘Ελ' αμέσως! (φεύγει)

ΛΟΠΑΧΙΝ: Μάλιστα.

ΒΑΡΙΑ: Περίεργο... δεν το βρίσκω πουθενά...

ΛΟΠΑΧΙΝ: Τί ψάχνετε;

ΒΑΡΙΑ: Κάπου τόβαλα και δε θυμάμαι.

ΛΟΠΑΧΙΝ: Πού σκέφτεστε να πάτε τώρα, Βαρβάρα Μιχαήλοβνα;

ΒΑΡΙΑ: Ποιος, εγώ; Στους Ραγούλιν... Συμφώνησα μαζί τους να επιβλέπω το νοικοκυριό τους σαν οικονόμος.

ΛΟΠΑΧΙΝ: Στο Γιάσνεβο είναι; Κάπου 70 βέρστια μακριά από δω. Να λοιπόν που τέλειωσε η ζωή σ' αυτό το σπίτι...

ΒΑΡΙΑ: Μα πού είναι... ‘Ισως να τόβαλα στο μπαούλο... Ναι, η ζωή σ' αυτό το σπίτι τέλειωσε... για πάντα...

ΛΟΠΑΧΙΝ: Εγώ φεύγω τώρα για το Χάρκοβο... με το ίδιο τραίνο. ‘Εχω πολλές δουλειές εκεί. Εδώ αφήνω τον Επιχόντωφ... Τον πήρα στην υπηρεσία μου.

ΒΑΡΙΑ: Ναι;

ΛΟΠΑΧΙΝ: Πέρυσι τέτοιον καιρό είχε ρίξει κιόλας χιόνι αν θυμάστε... και τώρα ωραίος καιρός, λιακάδα. Μόνο που κάνει κρύο... Κάπου τρεις βαθμοί κάτω απ' το μηδέν.

ΒΑΡΙΑ: Δεν κοίταξα. Μα και το θερμόμετρό μας είναι σπασμένο...

(μια φωνή από την πόρτα: “Ερμολάι Αλεξέιτς!”)

ΛΟΠΑΧΙΝ: ‘Εφτασα! (φεύγει)

ΛΙΟΥΜΠΑ: Λοιπόν, τί έγινε; Πρέπει να φεύγουμε.

ΒΑΡΙΑ: Ναι, ώρα είναι, μητερούλα. Θα προφτάσω να πάω σήμερα στους Ραγούλιν, φτάνει να μη χάσω το τραίνο...

ΛΙΟΥΜΠΑ: ‘Ανια, βάλε το παλτό σου! (μαζεύονται η ‘Ανια, ο Γκάγεφ, η Σαρλόττα κ.λπ.) Τώρα μπορούμε πια να φύγουμε!

ΑΝΙΑ: Ξεκινάμε!

ΓΚΑΓΕΦ: Φίλοι μου, αγαπητοί μου, ακριβοί μου φίλοι! Εγκαταλείποντας για πάντα αυτό το σπίτι είναι δυνατόν να συγκρατηθώ και να μην εκφράσω αποχαιρετώντας το τα συναισθήματα εκείνα που πλημμυρίζουν ολόκληρη την ύπαρξή μου...

ΑΝΙΑ: Θείε!

ΒΑΡΙΑ: Θείε, μη!

ΓΚΑΓΕΦ: Καραμπόλα με την κίτρινη στη μέση... Σωπαίνω...

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Λοιπόν, ώρα να φεύγουμε, κύριοι!

ΛΟΠΑΧΙΝ: Επιχόντωφ, το παλτό μου!

ΛΙΟΥΜΠΑ: Εγώ θα μείνω ένα λεπτό ακόμα. Μου φαίνεται σα να μην είχα δει ως τώρα τί τοίχους έχει αυτό το σπίτι, τί ταβάνια, και τώρα τα βλέπω αχόρταγα, με μια τόσο τρυφερή αγάπη...

ΓΚΑΓΕΦ: Θυμάμαι πως όταν ήμουν έξι χρονώ, τη μέρα της Αγιατριάδας καθόμουν σ' αυτό το παράθυρο και κοίταζα τον πατέρα μου που πήγαινε στην εκκλησία...

ΛΙΟΥΜΠΑ: Τα πήραν όλα τα πράματα;

ΛΟΠΑΧΙΝ: ‘Ολα νομίζω. Κοίτα, Επιχόντωφ, να γίνουν όλα όπως είπα.

ΕΠΙΧΟΝΤΩΦ: Μείνετε ήσυχος, Ερμολάι Αλεξέιτς!

ΛΟΠΑΧΙΝ: Πώς βράχνιασες έτσι;

ΕΠΙΧΟΝΤΩΦ: Μόλις τώρα ήπια νερό, κάτι θα κατάπια.

ΓΙΑΣΣΑ: Τί χωριατιά...

ΛΙΟΥΜΠΑ: Θα φύγουμε κ' εδώ δε θα μείνει ψυχή...

ΛΟΠΑΧΙΝ: Ναι, μέχρι την άνοιξη.

ΒΑΡΙΑ: (τραβάει μια ομπρέλλα, ο Λοπάχιν κάνει πως φοβάται) Τί πάθατε... Δε μου πέρασε ποτέ απ' το μυαλό...

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Στ' αμάξια σας, κύριοι... Η ώρα δε μας παίρνει! Σε λίγο έρχεται το τραίνο!

ΒΑΡΙΑ: Να οι γαλότσες σας, Πέτια, δίπλα στη βαλίτσα. Και τί βρώμικες που είναι, τί παλιωμένες...

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Ξεκινάτε λοιπόν! Πάμε, κυρίες και κύριοι.

ΓΚΑΓΕΦ: Το τραίνο... ο σταθμός... καραμπόλα στη μέση... την κίτρινη στη γωνία...

ΛΙΟΥΜΠΑ: Πάμε!

ΛΟΠΑΧΙΝ: ‘Ολοι εδώ είμαστε; Εκεί μέσα δεν είναι κανείς; (κλειδώνει) Εδώ είν' όλα τα έπιπλα, πρέπει να κλειδώσουμε. Πάμε!

ΑΝΙΑ: Αντίο, σπίτι μου! ‘Εχε γειά παλιά ζωή!

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Γειά σου καινούργια ζωή!

ΛΟΠΑΧΙΝ: Θα ξαναϊδωθούμε την άνοιξη λοιπόν. Περάστε κυρίες και κύριοι... Καλή αντάμωση! (φεύγει)

ΓΚΑΓΕΦ: Αδερφή μου, αδερφή μου...

ΛΙΟΥΜΠΑ: Κήπε μου, γλυκέ μου, ωραίε μου κήπε! Ζωή μου, νιότη μου, ευτυχία μου, έχε γειά! ‘Εχε γειά!

(φωνή της ‘Ανια: “Μαμά!”)

(φωνή του Τροφίμωφ: “‘Εο”)

ΛΙΟΥΜΠΑ: Ας κοιτάξουμε για τελευταία φορά τους τοίχους, τα παράθυρα... Σ' αυτό το δωμάτιο της άρεσε της μητέρας να κάθεται...

ΓΚΑΓΕΦ: Αδερφή μου, αδερφή μου...

(φωνή της ‘Ανια: “Μαμά!”)

(φωνή του Τροφίμωφ: “‘Εο”)

ΛΙΟΥΜΠΑ: Ερχόμαστε!

Ο Φιρς από παράσταση γαλλικού θεάτρου

ΦΙΡΣ: Κλειστά! Φύγανε... Με ξεχάσανε... Δεν πειράζει... θα κάτσω εδώ... Κι ο Λεονίντ Αντρέιτς σίγουρα δεν έβαλε τη γούνα του, έφυγε με το παλτό... Εγώ φταίω που δεν τον πρόσεξα... ‘Αμυαλα νιάτα! Πέρασε η ζωή, πάει... λες και δεν την έζησα... Λέω ν' ακουμπήσω εδώ... Πάει, δεν έχεις πια δύναμη... τίποτα δεν σου απόμεινε, τίποτα... Ε! ανεπρόκοπε!

 

 

ΤΕΛΟΣ

 


This page hosted by GeoCities Get your own Free Home Page