[5]

Γ' ΠΡΑΞΗ

 

ΠΙΣΣΙΚ: ‘Εχω πίεση, έπαθα κιόλας δύο φορές συμφόρηση, δυσκολεύομαι πολύ να χορέψω, μα όπως λέει κ' η παροιμία, μια και μπήκες στο χορό, θα χορέψεις. Η κράση μου είναι γερή, σαν του αλόγου. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου αστειευόταν κ' έλεγε πως το σόι μας των Σιμεόνωφ-Πίσσικ κρατάει κατευθείαν απ' το άλογο που τόβαλε να κάτσει ο Καλιγούλας στη γερουσία... Μα το κακό είν' άλλο. Δεν έχω λεφτά. Ο καθένας με τον καϋμό του, βλέπετε. ‘Ετσι κ' εγώ... όλο για τα λεφτά μιλάω... 

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Αλήθεια έχετε κάτι το αλογίσιο πάνω σας.

ΠΙΣΣΙΚ: Γιατί όχι... τ' άλογο είναι καλό ζωντανό... μπορείς και να το πουλήσεις... (εμφανίζεται η Βάρια)

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Μαντάμ Λοπάχινα! Μαντάμ Λοπάχινα!

ΒΑΡΙΑ: Ξεπεσμένε λόρδε!

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Ναι, είμαι ξεπεσμένος λόρδος και τόχω και καμάρι!

ΒΑΡΙΑ: Φέραμε δω τους μουσικούς... και πώς θα τους πληρώσουμε;

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Αν όλη αυτή την ενέργεια που ξοδέψατε σ' όλη σας τη ζωή γυρεύοντας λεφτά για να πληρώσετε τους τόκους, τη χρησιμοποιούσατε για κάτι άλλο, ίσως θα μπορούσατε στο τέλος ν' αναποδογυρίσετε τον κόσμο.

ΠΙΣΣΙΚ: Ο Νίτσε... ο φιλόσοφος... ο μεγάλος, ο περίφημος αυτός νους... λέει στα έργα του πως μπορεί κανείς να κάνει πλαστά χαρτονομίσματα.

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Διαβάσατε Νίτσε;

ΠΙΣΣΙΚ: ‘Οχι ακριβώς, η κόρη μου η Ντάσσενγκα μου τόλεγε. Και στη θέση που βρίσκομαι, μπορώ ακόμα κι αυτό να κάνω... Μεθαύριο πρέπει να πληρώσω 350 ρούβλια... Τα 130 τα βρήκα κιόλας... ‘Εχασα τα λεφτά! Τα λεφτά χαθήκανε! Πού είναι τα λεφτά μου; Νάτα, μέσ' στη φόδρα είναι... Κρύος ιδρώτας μ' έλουσε...

(μπαίνουν η Λιουμπόβ Αντρέγεβνα και η Σαρλόττα Ιβάνοβνα)

ΛΙΟΥΜΠΑ: (τραγουδάει) Γιατί αργεί τόσο ο Λεονίντ; Τί κάνει στην πόλη; Ντουνιάσα, πρόσφερε τσάι στους μουσικούς...

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Μπορεί να μην έγινε η δημοπρασία.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Κ' οι μουσικοί ήρθαν σ' ακατάλληλη ώρα κι ο χορός δεν έπρεπε να γίνει σήμερα... Μα δεν πειράζει...

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: Πάρτε αυτή την τράπουλα και βάλτε με το νου σας όποιο χαρτί θέλετε.

ΠΙΣΣΙΚ: ‘Εβαλα.

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: Ανακατέψτε τώρα τα χαρτιά. Πολύ καλά. Δώστε μου πάλι την τράπουλα αγαπητέ κύριε Πίσσικ. Ein, zwei, drei! Τώρα ψάξτε στην πλαϊνή σας τσέπη και θα το βρείτε κει...

ΠΙΣΣΙΚ: Οχτώ μπαστούνι. Αυτό είχα βάλει. Για φαντάσου!

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: (στον Τροφίμωφ) Πέστε μας γρήγορα τί είναι το πάνω χαρτί;

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Ντάμα μπαστούνι.

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: Σωστά. Λοιπόν; Τί χαρτί είναι το αποπάνω τώρα;

ΠΙΣΣΙΚ: ‘Ασσος κούπα.

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: Σωστά! (χτυπάει την παλάμη της και η τράπουλα εξαφανίζεται) Τί ωραίος καιρός σήμερα! [ω, ναι, ο καιρός είναι θαυμάσιος δεσποινίς] Είσαι το τέλειο ιδανικό μου [Και σεις, επίσης, δεσποινίς, πολύ μου αρέσετε]

ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ: Κυρία θαυματοποιός, μπράβο!

ΠΙΣΣΙΚ: Για φαντάσου! Θαυμαστή μου, Σαρλόττα Ιβάνοβνα... Είμαι κυριολεχτικά ερωτευμένος μαζί σας...

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: Ερωτευμένος; Μπορείτε εσείς να ερωτευθείτε; Guter Mensch, aber schlechter Musikant.

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Την πάθατε σαν άλογο...

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: Δώστε προσοχή παρακαλώ, κυρίες και κύριοι... ακόμα ένα παιχνίδι. Να ένα πολύ καλό σάλι, θέλω να το πουλήσω... (το τινάζει) Θέλει κανένας να τ' αγοράσει;

ΠΙΣΣΙΚ: Για φαντάσου!

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: Ein, zwei, drei! (σηκώνει το σάλι και από πίσω στέκεται η ‘Ανια)

ΛΙΟΥΜΠΑ: Μπράβο, μπράβο!

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: Τώρα κι άλλο ένα! Ein, zwei, drei! (σηκώνει το σάλι και από πίσω εμφανίζεται η Βάρια)

ΠΙΣΣΙΚ: Για φαντάσου!

ΣΑΡΛΟΤΤΑ: Τέλος!

ΠΙΣΣΙΚ: Κατεργάρα... για δέστε την... Για δέστε την...

ΛΙΟΥΜΠΑ: Ακόμα νάρθει ο Λεονίντ. Τί κάνει τόσες ώρες στην πόλη; Δεν καταλαβαίνω. ‘Ολα πια θάχουν τελειώσει εκεί, το χτήμα πουλήθηκε ή αναβλήθηκε η δημοπρασία. Γιατί δεν έρχεται να μας πει τί έγινε;

ΒΑΡΙΑ: Ο θείος τ' αγόρασε. Είμαι σίγουρη.

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Μάλιστα!

ΒΑΡΙΑ: Η γιαγιά τούστειλε πληρεξούσιο για να τ' αγοράσει στ' όνομά της με μεταβίβαση του χρέους. Για την ‘Ανια τόκανε. Κ' είμαι σίγουρη πως με τη βοήθεια του Θεού θα τ' αγοράσει ο θείος.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Η γιαγιά απ' το Γιαροσλάβ έστειλε μόνο δεκαπέντε χιλιάδες για ν' αγοραστεί το χτήμα στ' όνομά της. Δεν μας εμπιστεύεται βλέπεις. Μα τα λεφτά αυτά δε φτάνουν ούτε για την εξόφληση των τόκων. Σήμερα κρίνεται η τύχη μου, η τύχη μου!

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Μαντάμ Λοπάχινα!

Γκόρκυ και Τολστόι σε επίσκεψή τους στον Τσέχωφ

ΒΑΡΙΑ: Αιώνιε φοιτητή! Δυο φορές σε διώξανε απ' το πανεπιστήμιο.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Γιατί θυμώνεις Βάρια; Σε πειράζει για τον Λοπάχιν; ‘Ε, και τί μ' αυτό; Αν τον θέλεις, παντρέψου τον, είναι καλός άνθρωπος, ευπαρουσίαστος. Αν πάλι δε θέλεις, μην παντρεύεσαι. Με το ζόρι παντρειά δε γίνεται...

ΒΑΡΙΑ: Για να πω την αλήθεια, μητερούλα, το σκέφτουμαι σοβαρά. Είναι καλός και μ' αρέσει.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Πάρτονε λοιπόν. Τί περιμένεις;

ΒΑΡΙΑ: Μα δεν μπορώ, μητερούλα, να του κάνω εγώ πρόταση. Είναι κιόλας δυο χρόνια που μου μιλάνε όλοι γι' αυτόν, όλοι... όμως αυτός ή θα σωπαίνει ή θ' αστειεύεται. Κ' είναι λογικό. Μέρα με τη μέρα γίνεται και πιο πλούσιος, τον απασχολούν οι δουλειές του, δεν έχει καιρό για μένα. Αν είχα λεφτά, έστω και λίγα, έστω κ' εκατό ρούβλια, θα τα παράταγα όλα και θάφευγα. Θα πήγαινα σε μοναστήρι.

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Τί όμορφα που θάταν!

ΒΑΡΙΑ: Σαν φοιτητής θάπρεπε νάχεις περισσότερο μυαλό. Τί άσκημος που έγινες, Πέτια, πόσο γέρασες! Το κακό με μένα είναι που δεν μπορώ να κάθομαι με σταυρωμένα χέρια, μητερούλα. ‘Ολο κάτι πρέπει να κάνω.

ΓΙΑΣΣΑ: Ο Επιχόντωφ έσπασε τη στέκα του μπιλιάρδου. (φεύγει)

ΒΑΡΙΑ: Τί δουλειά έχει εδώ ο Επιχόντωφ; Ποιος τούδωσε την άδεια να παίζει μπιλιάρδο; Δεν τους καταλαβαίνω αυτούς τους ανθρώπους... (φεύγει)

ΛΙΟΥΜΠΑ: Μην την πειράζετε, Πέτια, το βλέπετε δα πόσο υποφέρει.

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Φυτρώνει εκει που δεν τη σπέρνουν. ‘Ολο το καλοκαίρι δε μας άφησε σε ησυχία εμένα και την ‘Ανια. Φοβόταν μην τύχει και ερωτευθούμε. Τί τη νοιάζει; Και έπειτα εγώ δεν έδωσα καμιά αφορμή, μένω μακριά από τέτοιες επιπολαιότητες. Είμαι ανώτερος απ' τον έρωτα!

ΛΙΟΥΜΠΑ: ‘Οπως φαίνεται, εγώ είμαι κατώτερη απ' τον έρωτα. Γιατί δεν έρχεται ο Λεονίντ; Ας ήξερα μονάχα, πουλήθηκε ή όχι το χτήμα; Μου φαίνεται τόσο απίθανη μια τέτοια δυστυχία που δεν ξέρω πια τί να σκεφτώ, τα χάνω... Μούρχεται να βάλω τις φωνές... μπορώ να κάνω καμιά ανοησία. Σώστε με, Πέτια. Πέστε μου κάτι, μιλήστε μου...

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Τί σημασία έχει αν πουλήθηκε σήμερα το χτήμα ή όχι; Η υπόθεση αυτή έχει τελειώσει από καιρό, δεν μπορείτε πια να γυρίσετε πίσω, ο δρόμος έκλεισε. Ηρεμήστε. Πάψτε πια να ξεγελάτε τον εαυτό σας, πρέπει για μια έστω φορά στη ζωή σας να κοιτάξετε κατάματα την αλήθεια.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Ποια αλήθεια; Εσείς μπορείτε και βλέπετε πού είναι η αλήθεια και πού το ψέμα, αλλά εγώ είναι σα να τυφλώθηκα και δε βλέπω τίποτα. Εσείς παίρνετε θαρραλέες αποφάσεις για κάθε δύσκολο πρόβλημα. Πέστε μου, όμως, καλέ μου φίλε, μήπως η αποφασιστικότητά σας οφείλεται στ' ότι είστε πολύ νέος και δεν προφτάσατε ακόμα να υποφέρετε για κανένα απ' αυτά τα προβλήματα; Κοιτάτε με τόλμη μπροστά, αλλά μήπως αυτό γίνεται επειδή δεν περιμένετε τίποτα το τρομερό, επειδή τα νεαρά σας μάτια δεν βλέπουν τη ζωή όπως πραγματικά είναι; Είστε πιο τολμηρός, πιο τίμιος, πιο βαθυστόχαστος από μας, μα σκεφτείτε, φανείτε μεγαλόψυχος έστω και για λίγο και λυπηθείτε με. Εγώ εδώ γεννήθηκα, εδώ γεννήθηκε η μητέρα κι ο πατέρας μου, ο παππούς μου, εγώ τ' αγαπώ αυτό το σπίτι, δίχως τον βυσσινόκηπο δεν την καταλαβαίνω τη ζωή μου, κι αν είναι τόση πια ανάγκη να πουληθεί, τότε πουλήστε με και μένα μαζί του... Και τ' αγόρι μου εδώ πνίγηκε... Λυπηθείτε με, εσείς που είστε καλός και πονόψυχος.

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Το ξέρετε πως σας συμπονώ μ' όλη μου την καρδιά.

ΛΙΟΥΜΠΑ: ‘Οχι, πρέπει αλλιώς... αλλιώς να μου το πείτε, όχι έτσι... (βγάζει το μαντήλι της και πέφτει ένα τηλεγράφημα) Δεν φαντάζεστε πόσο βαριά είναι σήμερα η καρδιά μου... Ολος αυτός ο θόρυβος με πειράζει, ανατριχιάζω με το παραμικρό, τρέμω ολόκληρη μα δεν μπορώ να πάω στο δωμάτιό μου... γιατί σα μείνω μόνη φοβάμαι τη σιωπή. Μην είστε σκληρός μαζί μου, Πέτια... Σας αγαπώ σαν άνθρωπο δικό μου. Θάταν μεγάλη χαρά για μένα να παντρευτείτε την ‘Ανια, όμως καλέ μου φίλε, πρέπει να σπουδάσετε, πρέπει να τελειώσετε το πανεπιστήμιο. Εσείς δεν κάνετε τίποτα, αφήνετε τη μοίρα να σας πηγαίνει εδώ και κει... Τί παράξενο αλήθεια... ‘Ετσι δεν είναι; Και θα πρέπει κάτι να κάνετε και μ' αυτά τα γένια, να μην είστε σα σπανός... Είστε τόσο αστείος έτσι!

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: (σηκώνει το τηλεγράφημα) Ποτέ δεν θέλησα να παραστήσω τον ωραίο.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Τηλεγράφημα απ' το Παρίσι. Κάθε μέρα παίρνω κι από ένα. Και χτες, και σήμερα. Αυτός ο κακόψυχος άνθρωπος αρρώστησε και πάλι, πάλι δεν είναι καλά... Μου ζητάει συγνώμη, με ικετεύει να ξαναγυρίσω... Και νοιώθω πως κανονικά θάπρεπε να πάω στο Παρίσι να του παρασταθώ. Μη θυμώνετε, Πέτια, μην είστε τόσο αυστηρός μαζί μου. Τί να κάνω, φίλε μου, τί να κάνω; Είν' άρρωστος, μόνος, δυστυχισμένος. Ποιος θα τον φροντίσει, ποιος θα τον εμποδίσει να μην κάνει ανοησίες, ποιος θα του δίνει τα φάρμακά του στην ώρα τους; Και γιατί να το κρύβω, γιατί να μην το πω; Τον αγαπώ. Τον αγαπώ... Είναι σαν μια πέτρα δεμένη στο λαιμό μου που με τραβάει στο βυθό, βουλιάζω μαζί της. ‘Ομως εγώ την αγαπώ αυτήν την πέτρα, χωρίς αυτή δεν μπορώ να ζήσω. Μη με κατακρίνετε, Πέτια, μη μου πείτε τίποτα, τίποτα...

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Για τ' όνομα του Θεού, συχωρέστε με, μα θα μιλήσω έξω απ' τα δόντια. Αυτός ο άνθρωπος σας κατάκλεψε!

ΛΙΟΥΜΠΑ: ‘Οχι, όχι, όχι, δεν πρέπει να το λέτε αυτό...

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Μα είναι παλιάνθρωπος, όλοι το ξέρουν αυτό, εχτός από σας! Είναι ένας ανάξιος, ένας τιποτένιος...

ΛΙΟΥΜΠΑ: Κοντεύετε τριάντα χρονώ και μιλάτε ακόμα σα σχολιαρόπαιδο!

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Και καλά κάνω!

ΛΙΟΥΜΠΑ: Πρέπει να γίνετε άντρας. Στην ηλικία σας θάπρεπε να νιώθετε κείνους π' αγαπούν. Και πρέπει κι ο ίδιος ν' αγαπήσετε... πρέπει να ερωτευτείτε! Ναι, ναι! Κι ούτε είστε αθώος, κάνετε τον αθώο. Είστε ένας υποκριτής, ένας γελοίος, ένα τέρας...

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Τί λέει;

ΛΙΟΥΜΠΑ: “Είμαι ανώτερος απ' τον έρωτα!” Δεν είστε ανώτερος απ' τον έρωτα, μα μονάχα, όπως το λέει κι ο Φιρς, ένας ανεπρόκοπος. Κοτζάμ άντρας και να μην έχετε ερωμένη!...

ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Είναι τρομερό! Τί λέει! Είναι φοβερό... Δεν αντέχω άλλο, θα φύγω... ‘Ολα τέλειωσαν μεταξύ μας!

ΛΙΟΥΜΠΑ: Πέτια, σταθείτε! Τί περίεργος που είστε... μα εγώ αστειεύτηκα! Πέτια! (ακούγεται θόρυβος) Τί συμβαίνει;

ΑΝΙΑ: Ο Πέτια έπεσε απ' τις σκάλες!

ΛΙΟΥΜΠΑ: Τί παράξενος αυτός ο Πέτια...

(ο σταθμάρχης διαβάζει την “Αμαρτωλή” του Τολστόι)(μπαίνουν ο Τροφίμωφ, η ‘Ανια, η Βάρια και η Λιούμπα)

ΛΙΟΥΜΠΑ: ‘Ελα, Πέτια... έλα, αγνή ψυχή... σου ζητώ συγνώμη... ‘Ελα να χορέψουμε...

(μπαίνουν ο Φιρς και ο Γιάσσα)

ΓΙΑΣΣΑ: Τί έχεις παπούλη;

ΦΙΡΣ: Δεν είμαι καλά. Τον παλιό καιρό στους χορούς μας είχαμε στρατηγούς, βαρώνους, ναυάρχους, και τώρα στέλνουμε πρόσκληση στον υπάλληλο του ταχυδρομείου και το σταθμάρχη, μα κι αυτοί λες κ' έρχονται με το ζόρι. Δεν έχω πια δύναμη. Ο μακαρίτης ο αφέντης, ο παππούς, έπαιρνε βουλοκέρι για όλες του τις αρρώστιες. Κ' εγώ παίρνω κάθε μέρα βουλοκέρι είκοσι χρόνια τώρα, ίσως και περισσότερα. Μπορεί αυτό νάναι που με κρατάει ακόμα στη ζωή.

ΓΙΑΣΣΑ: Σε βαρέθηκα γέρο. Καιρός να του δίνεις για τον άλλο κόσμο.

ΦΙΡΣ: Αχ... ανεπρόκοπε.

(μπαίνουν χορεύοντας ο Τροφίμωφ και η Λιούμπα)

ΛΙΟΥΜΠΑ: Merci. Θα κάτσω λίγο... Κουράστηκα.

(μπαίνει η ‘Ανια)

ΑΝΙΑ: Μόλις τώρα ήρθε κάποιος στην κουζίνα κ' έλεγε ότι ο βυσσινόκηπος πουλήθηκε.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Σε ποιον;

ΑΝΙΑ: Αυτό δεν τόπε. ‘Εφυγε.

ΓΙΑΣΣΑ: Κάποιος γέρος ήταν που τόπε αυτό. Ξένος.

ΦΙΡΣ: Κι ο Λεονίντ Αντρέιτς ακόμα να γυρίσει. Φόρεσε το ελαφρύ πανωφόρι του, καθόλου παράξενο να κρυολογήσει. Αχ, άμυαλα νιάτα.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Δεν αντέχω άλλο, θα πεθάνω. Πηγαίνετε, Γιάσσα, να μάθετε σε ποιον τον πούλησαν.

ΓΙΑΣΣΑ: Μα είναι ώρα τώρα που έφυγε ο γέρος. (γελάει)

ΛΙΟΥΜΠΑ: Γιατί γελάτε λοιπόν; Γιατί χαίρεστε;

ΓΙΑΣΣΑ: Ο Επιχόντωφ παραείναι αστείος. Φλύαρος. Τα τρία κακά της μοίρας του.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Φιρς, αν πουληθεί το χτήμα, εσύ πού θα πας;

ΦΙΡΣ: ‘Οπου με διατάξετε, κει και θα πάω.

ΛΙΟΥΜΠΑ: Γιατί είν' έτσι το πρόσωπό σου; Είσαι άρρωστος; Καλά θάκανες να πας να κοιμηθείς...

ΦΙΡΣ: Μάλιστα, να πάω να κοιμηθώ! Και τότε ποιος θα σερβίρει, ποιος θα φροντίσει; ‘Ενας έμεινε για όλο το σπίτι.

 



This page hosted by GeoCities Get your own Free Home Page