[4]
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Η ανθρωπότητα προχωράει μπροστά, τελειοποιώντας τις δυνάμεις της. ‘Ολα όσα της είναι σήμερα απρόσιτα και ακατανόητα κάποια μέρα θα τα πλησιάσει, θα τα φθάσει, θα τα καταλάβει. Μόνο που πρέπει κανείς να δουλέψει, να βοηθήσει μ' όλες του τις δυνάμεις εκείνους π' αναζητούν την αλήθεια. Εδώ στη Ρωσία, λίγοι εργάζονται πραγματικά. Οι περισσότεροι διανοούμενοι που ξέρω δεν αναζητούν τίποτα, δεν κάνουν τίποτα κ' είναι ανίκανοι να κοπιάσουν, να δημιουργήσουν. Λένε τους εαυτούς τους διανοούμενους αλλά στους υπηρέτες μιλάνε ελεεινά, φέρνονται στους μουζίκους σα νάταν ζώα, μορφώνονται ελάχιστα, δε διαβάζουν τίποτα στα σοβαρά, για τις επιστήμες μονάχα συζητάνε και από τέχνη δεν έχουν ιδέα. Κι όμως, είν' όλοι τους σοβαροί, έχουν πρόσωπα αυστηρά, μιλάνε μόνο για σημαντικά πράγματα, φιλοσοφούν. Και την ίδια ώρα οι εργάτες τρώνε μπρος στα μάτια τους φαΐ ελεεινό, κοιμούνται χάμω, τριάντα, σαράντα σ' ένα δωμάτιο, γεμάτο κοριούς, παντού βρώμα, υγρασία, ηθική ακαθαρσία... Και είναι φανερό ότι όλες οι σπουδαίες συζητήσεις μας γίνονται μονάχα για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια τα δικά μας και των άλλων. Δείξτε μου πού έχουμε νηπιαγωγεία που μιλάνε τόσο πολύ γι' αυτά, πού είναι τ' αναγνωστήρια; Μόνο στα μυθιστορήματα γράφουν γι' αυτά, μα στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν πουθενά. Υπάρχει μόνο βρώμα, ανηθικότητα, ασιατική βαρβαρότητα... Εγώ τις φοβάμαι και τις σιχαίνομαι τις σοβαρές φυσιογνωμίες, φοβάμαι τις σοβαρές συζητήσεις. Καλύτερα να σωπαίνει κανείς!ΛΟΠΑΧΙΝ: Εγώ σηκώνομαι στις πέντε το πρωί και δουλεύω απ' το πρωί ως το βράδυ, έχω πάντοτε στα χέρια μου λεφτά, δικά μου και ξένα, και βλέπω τί ανθρώπους έχω γύρω μου. Φτάνει να βάλεις μπρος μια δουλειά και θα καταλάβεις αμέσως πόσο λίγοι είναι οι τίμιοι και ηθικοί άνθρωποι. Είναι φορές που όταν δε με παίρνει ύπνος σκέφτομαι: “Θε μου, μας έδωσες απέραντα δάση, ατέλειωτους κάμπους, πλατείς ορίζοντες και ζώντας εδώ πέρα θάπρεπε να γίνουμε και μεις γίγαντες...”
ΛΙΟΥΜΠΑ: Τί τους θέλετε τώρα τους γίγαντες; Μόνο στα παραμύθια είναι καλοί... Στη ζωή σε τρομάζουν. (περνάει ο Επιχόντωφ παίζοντας κιθάρα) Να κι ο Επιχόντωφ.
ΑΝΙΑ: ‘Ερχεται ο Επιχόντωφ.
ΓΚΑΓΕΦ: Ο ήλιος βασίλεψε, κυρίες και κύριοι.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Ναι.
ΓΚΑΓΕΦ: Ω φύση πανέμορφη, λάμπεις με λάμψη αιώνια, ωραία κι απαθής, εσύ που σε λέμε μητέρα μας, κλείνεις μέσα σου την ύπαρξη και το θάνατο, δίνεις ζωή και καταστρέφεις...
ΒΑΡΙΑ: Θείε!
ΑΝΙΑ: Πάλι άρχισες θείε!
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Καλύτερα να βάλετε την κίτρινη στη μέση...
ΓΚΑΓΕΦ: Σωπαίνω, σωπαίνω. (ακούγεται ένας παράξενος ήχος)
ΛΙΟΥΜΠΑ: Τ' ήταν αυτό;
ΛΟΠΑΧΙΝ: Δεν ξέρω. Κάπου μακριά στα ορυχεία θάσπασε το συρματόσκοινο. Κάπου πολύ μακριά.
ΓΚΑΓΕΦ: Μπορεί νάταν κανένα πουλί... ερωδιός ίσως.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: ‘Η μπούφος.
ΛΙΟΥΜΠΑ: Δεν ξέρω γιατί, ανατρίχιασα.
ΦΙΡΣ: Λίγο πριν απ' την καταστροφή το ίδιο είχε γίνει: Φώναζε η κουκουβάγια και το σαμοβάρι σφύριζε...
ΓΚΑΓΕΦ: Πριν από ποια καταστροφή;
ΦΙΡΣ: Πριν απ' την απελευθέρωση των μουζίκων.
ΛΙΟΥΜΠΑ: Ελάτε φίλοι μου, ας πηγαίνουμε. Βράδιασε πια. (στην ‘Ανια) Τα μάτια σου είναι δακρυσμένα... Τί έχεις κορούλα μου;
ΑΝΙΑ: Τίποτα μαμά. Δεν έχω τίποτα.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Κάποιος έρχεται.
ΑΛΗΤΗΣ: ‘Εχετε την καλοσύνη να μου πείτε αν μπορώ να βγω από δω ίσια στο σταθμό;
ΓΚΑΓΕΦ: Μπορείτε. Πάρτε αυτόν το δρόμο.
ΑΛΗΤΗΣ: Σας ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας. Ωραίος καιρός... Αδερφέ μου, βασανισμένε μου αδερφέ... ‘Εβγα στο Βόλγα ν' ακούσεις ποιος στενάζει... (στη Βάρια) Δεσποινίς, ελεήστε έναν πεινασμένο Ρώσο καμιά τριανταριά καπίκια.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Η ξετσιπωσιά έχει κι αυτή τα όριά της.
ΛΙΟΥΜΠΑ: Πάρτε... να... Δεν έχω ασημένιο... Δεν πειράζει, πάρτε χρυσό...
ΑΛΗΤΗΣ: Σας ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας!
ΒΑΡΙΑ: Θα φύγω, θα φύγω... Αχ μητερούλα, στο σπίτι οι άνθρωποί μας δεν έχουνε να φάνε και σεις του δώσατε χρυσό.
ΛΙΟΥΜΠΑ: Τί να κάνω, το ξέρω είμαι κουτή. Στο σπίτι θα σου δώσω όλα όσα έχω. Ερμολάι Αλεξέιτς θέλω να μου δώσετε ακόμα λίγα δανεικά!
ΛΟΠΑΧΙΝ: Στους ορισμούς σας.
ΛΙΟΥΜΠΑ: Ελάτε φίλοι μου. Ξέρεις Βάρια, εμείς εδώ σ' αρραβωνιάσαμε. Συγχαρητήρια.
ΒΑΡΙΑ: Αυτό δεν είναι θέμα γι' αστεία μαμά.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Οφηλία, ύπαγε εις μοναστήριον.
ΓΚΑΓΕΦ: Τρέμουν τα χέρια μου: έχω καιρό να παίξω μπιλιάρδο.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Οφηλία, ω νύμφη, μνημόνευσέ με εις τας προσευχάς σου!
ΛΙΟΥΜΠΑ: Πάμε κύριοι, κοντεύει η ώρα για το δείπνο.
ΒΑΡΙΑ: Με τρόμαξε. Ακόμα χτυπάει η καρδιά μου.
ΛΟΠΑΧΙΝ: Σας το ξαναθυμίζω, κύριοι, πως στις 22 του Αυγούστου ο βυσσινόκηπος πουλιέται. Σκεφτείτε το! Σκεφτείτε!...
(βγαίνουν όλοι εκτός από Τροφίμωφ και ‘Ανια)
ΑΝΙΑ: Καλά που πέρασε ο αλήτης και τρόμαξε τη Βάρια. ‘Ετσι μείναμε μόνοι.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Η Βάρια φοβάται μην τύχει κ' ερωτευτούμε κι όλο μάς παίρνει από πίσω. Με το στενό μυαλό της δεν μπορεί να καταλάβει πως εμείς είμαστε ανώτεροι απ' τον έρωτα. Ο σκοπός και το νόημα της ζωής μας είναι να ξεπεράσουμε κάθε τι μικρό και τιποτένιο, που εμποδίζει τους ανθρώπους νάναι ελεύθεροι κ' ευτυχισμένοι. Εμπρός! Προχωράμε ακράτητοι προς το φωτεινό αστέρι που λάμπει εκεί στο βάθος μακριά! Εμπρός! Μη μένετε πίσω, φίλοι μου.
ΑΝΙΑ: Τί ωραία που τα λέτε! Σήμερα είναι υπέροχα εδώ!
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Ναι ο καιρός είναι θαυμάσιος.
ΑΝΙΑ: Τί μου κάνατε, Πέτια; Γιατί δεν αγαπάω πια το βυσσινόκηπο όπως πρώτα; Τον αγαπούσα τόσο πολύ... μου φαινόταν πως δεν υπάρχει στον κόσμο πιο όμορφο μέρος από τον κήπο μας.
Ο Βυσσινόκηπος επί σκηνής.
Από ρωσική παράσταση.ΤΡΟΦΙΜΩΦ: ‘Ολη η Ρωσία είναι κήπος μας. Είναι απέραντη και πανέμορφη χώρα, έχει θαυμάσια μέρη. Σκεφτείτε, ‘Ανια: ο παππούς σας, ο προπάππος σας κι όλοι οι πρόγονοί σας ήταν τσιφλικάδες που είχαν δούλους ιδιοχτησία τους. Ζωντανές ψυχές. Δε σας φαίνεται ότι πίσω απ' το κάθε βύσσινο, πίσω απ' το κάθε φυλλαράκι, πίσω απ' το κάθε κλαδί σας κοιτάει έν' ανθρώπινο πλάσμα, ότι μπορεί τάχα ν' άκουσες τη φωνή τους; Αυτό είναι τρομερό. Ο κήπος σας είναι τρομερός. Κι όταν τη νύχτα περνάς από κει, η παλιά φλούδα των δέντρων αντιφεγγίζει θαμπά και θαρρείς πως οι βυσσινιές βλέπουν στον ύπνο τους κι ονειρεύονται εκείνα που έγιναν πριν εκατό-διακόσα χρόνια και αυτές οι οπτασίες τις τυραννούνε. Η σκλαβιά των ζωντανών ψυχών. Η δουλοπαροικία. Μέσα απ' το θεσμό αυτό γίνατε όλοι σας άλλοι άνθρωποι και τώρα η μητέρα σας, ο θείος σας, εσείς, δεν καταλαβαίνετε πως αν ζείτε, αυτό το χρωστάτε σ' άλλους, ζείτε εις βάρος άλλων, εις βάρος εκείνων των ανθρώπων που δεν τους αφήνετε ούτε στο κατώφλι σας να πλησιάσουν... ‘Εχουμε μείνει πίσω τουλάχιστο διακόσα χρόνια, δεν έχουμε απολύτως τίποτα, δεν ξεκαθαρίσαμε τις σχέσεις μας με το παρελθόν. Το μόνο που κάνουμε είναι να φιλοσοφούμε, να παραπονιόμαστε πως η ζωή είναι πληχτική, ή να πίνουμε βότκα. Κι όμως είναι ολοφάνερο πως για ν' αρχίσουμε να ζούμε σήμερα, πρέπει να εξιλεωθούμε από το παρελθόν μας, να το ξεπεράσουμε και μπορούμε να εξιλεωθούμε μονάχα αν κοπιάσουμε με αδιάκοπη και σκληρή δουλειά. Το καταλαβαίνετε ‘Ανια.
ΑΝΙΑ: Το σπίτι όπου μένουμε, από καιρό πια δεν είναι δικό μας. Θα φύγω, σας δίνω το λόγο μου.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Αν έχετε τα κλειδιά του σπιτιού, ρίξτε τα στο πηγάδι και φύγετε. Γίνετε ελεύθερη, σαν τον άνεμο.
ΑΝΙΑ: Τί ωραία το είπατε αυτό!
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: ‘Εχετε εμπιστοσύνη σε μένα, ‘Ανια, πιστέψτε με! Δεν είμαι ακόμα τριάντα χρονώ, είμαι νέος, είμαι ακόμα φοιτητής, κι όμως έχω υποφέρει πάρα πολλά! Το χειμώνα πεινούσα, αρρώσταινα, βασανισμένος σα ζητιάνος. Και πού δε με πήγε η μοίρα μου, και πού δεν έχω πάει! ‘Ομως η ψυχή κάθε στιγμή, μέρα-νύχτα, είναι γεμάτη από ανεξήγητα προαισθήματα. Προαισθάνομαι την ευτυχία, ‘Ανια, τη βλέπω κιόλας...
ΑΝΙΑ: Βγαίνει το φεγγάρι. (ακούγεται ο Επιχόντωφ που παίζει κιθάρα. Κάπου κοντά στις λεύκες η Βάρια φωνάζει “‘Ανια! Πού είσαι;”)
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Ναι, βγαίνει το φεγγάρι. Να η ευτυχία, νάτην έρχεται, πλησιάζει όλο και πιο κοντά. Ακούω κιόλας τα βήματά της. Κι αν ακόμα δεν τη δούμε, και αν δεν τη γνωρίσουμε, τί πειράζει; Θα τη δούν οι άλλοι!
(η φωνή της Βάρια: “‘Ανια! Πού είσαι;”)
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Πάλι αυτή η Βάρια. Καταντάει ανυπόφορη!
ΑΝΙΑ: Ας πάμε λοιπόν στο ποτάμι. Είν' όμορφα εκεί.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Πάμε.
(η φωνή της Βάρια: “‘Ανια! ‘Ανια”)

This page hosted by
Get your own Free Home Page